1834…
Η ημέρα που ένα νεοσύστατο κράτος κάθισε στο εδώλιο έναν από τους ανθρώπους που το δημιούργησαν.
Η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Αποτελεί ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις μιας διαχρονικής ελληνικής παθογένειας: της αδυναμίας μας να διαχειριστούμε όσους ξεπερνούν τα στενά όρια της εξουσίας, των μηχανισμών και των εξαρτήσεων της κάθε εποχής.
Στην Ελλάδα συχνά δεν πολεμιέται μόνο ο εχθρός. Πολεμιέται και όποιος αποκτά ηθικό κύρος μεγαλύτερο από το σύστημα που τον περιβάλλει.
Ο άνθρωπος που χθες υμνήθηκε, σήμερα καθίσταται επικίνδυνος.
Ο ήρωας μετατρέπεται σε πρόβλημα.
Η προσφορά αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Και η εθνική μνήμη υποχωρεί μπροστά στις πολιτικές σκοπιμότητες.
Η δίκη του Κολοκοτρώνη φανέρωσε κάτι βαθύτερο από μια πολιτική σύγκρουση της Αντιβασιλείας. Φανέρωσε τον διαχρονικό φόβο απέναντι σε κάθε μορφή αυθεντικής λαϊκής νομιμοποίησης. Έναν φόβο που επανέρχεται συνεχώς στην ιστορία αυτού του τόπου:
στην απαξίωση ανθρώπων πριν ακόμη αναγνωριστεί το έργο τους,
στην ευκολία με την οποία η κοινωνία παρασύρεται σε διχασμούς,
στην ανάγκη εξόντωσης χαρακτήρων αντί ουσιαστικού διαλόγου.
Το πιο οδυνηρό όμως δεν είναι ότι αυτά συνέβησαν το 1834.
Είναι ότι εξακολουθούν να επαναλαμβάνονται με διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές εποχές και διαφορετικά μέσα.
Η Ελλάδα συχνά δείχνει να δυσκολεύεται να συνυπάρξει με τη μνήμη της.
Τιμά τους νεκρούς εκ των υστέρων, αλλά πολεμά τους ζωντανούς όταν ακόμη ενοχλούν.
Αγιοποιεί ιστορικές μορφές αφού πρώτα τις συντρίψει κοινωνικά, πολιτικά ή ηθικά.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ήττα ενός έθνους να μην είναι οι εξωτερικοί του εχθροί.
Αλλά η αδυναμία του να αναγνωρίζει έγκαιρα τους ανθρώπους που το υπηρέτησαν χωρίς να απαιτεί πρώτα την ταπείνωση ή την εξόντωσή τους.
Και ίσως γι’ αυτό η δίκη του Κολοκοτρώνη να παραμένει ακόμη τόσο επίκαιρη.
Όχι ως μια σκοτεινή σελίδα του παρελθόντος, αλλά ως ένας καθρέφτης που εξακολουθεί να μας κοιτά




