Η παρουσία του ελληνισμού στην Μικρά Ασία δεν ήταν αποτέλεσμα καμίας δυτικής εντολής ή ιμπεριαλιστικής βουίλησης του 20ού αιώνα, αλλά μια αδιάκοπη ιστορική συνέχεια τριών χιλιάδων ετών, ριζωμένη στα χώματα της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου, πολύ πριν εμφανιστεί και ο τελευταίος εξ ανατολών επιδρομέας.
Το 1919, ο ελληνικός στρατός, υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν πήγε ως ξένος κατακτητής σε αλλότρια εδάφη, αλλά ως απελευθερωτής εκατομμυρίων ομογενών που σφάζονταν και διώκονταν συστηματικά από το καθεστώς των Νεοτούρκων ήδη από το 1914.
Αν κάποιος οφείλει να μιλά για ιστορικά μαθήματα, αυτός είναι ο τουρκικός εθνικισμός, ο οποίος θεμελίωσε το σύγχρονο κράτος του πάνω στις στάχτες της Γενοκτονίας των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων, ολοκληρώνοντας με αίμα μια βίαιη επεκτατική πορεία που ξεκίνησε από τις στέπες της Ασίας.
Η Μικρά Ασία υπήρξε κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού και η επιστροφή του ελληνικού στρατού εκεί, με τη διεθνή νομιμότητα της Συνθήκης των Σεβρών, ήταν η ύστατη προσπάθεια να σωθούν οι γηγενείς πληθυσμοί από την απόλυτη εκμηδένιση.
Το να βαφτίζεται «ιμπεριαλισμός» η υπεράσπιση των προγονικών εστιών από εκείνους που κατέκτησαν τη βυζαντινή Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια με το σπαθί, αποτελεί την έσχατη διαστρέβλωση της ιστορίας.




