«Η ΕΞΟΔΟΣ»
Με τον όρο «Έξοδος» έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία του Μικρασιατικού Ελληνισμού ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες.
Ο ξεριζωμός αυτός πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους, ακολουθώντας την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, και η δεύτερη την περισσότερο οργανωμένη και «επίσημη» αποχώρηση των Ελλήνων, με την ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάνης.
Όταν οι Έλληνες, που ζούσαν στην περιοχή που έλεγχε ο Ελληνικός Στρατός πληροφορήθηκαν τον Αύγουστο του 1922, την κατάρρευση του μετώπου είχαν δυο επιλογές: είτε να παραμείνουν στις εστίες τους, είτε να φύγουν και να κατευθυνθούν στα λιμάνια της Προποντίδας και του Αιγαίου υπό την προστασία των στρατιωτών που υποχωρούσαν και κατευθύνονταν προς τα λιμάνια αυτά, για να επιβιβαστούν στα στρατιωτικά και εμπορικά πλοία που είχαν σπεύσει εκεί.
Οι περισσότερες ελληνικές κοινότητες των Βουρλών, του Αϊβαλιού και του Αξαρίου. Οι κάτοικοι των Βουρλών, σε συνεννόηση με τους συντοπίτες τους Τούρκους, αποφάσισαν να μείνουν στην πόλη τους με την ελπίδα ότι δεν θα αντιμετωπίσουν προβλήματα. Διαψεύστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η πυρπόληση της πόλης και ο θάνατος περίπου 9.000 κατοίκων.
Στο Αϊβαλί συνελήφθησαν πρώτα οι άνδρες, οι οποίοι εστάλησαν σε στρατόπεδα του εσωτερικού, Αμελέ Ταμπουρού ( Amele Tabourlari), διαβόητα τάγματα εργασίας για την κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων, εξορύξεις σε λατομεία. Ουσιαστικά ήταν μέτρο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών. Οι αιχμάλωτοι ζούσαν σε απάνθρωπες συνθήκες με ελάχιστο φαγητό και νερό, χωρίς ιατρική περίθαλψη, εκτελώντας εξαντλητική εργασία. Οι περισσότεροι πέθαιναν σαν τις μύγες από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες όπως (ο τύφος). Εξοντώθηκαν περίπου 4.000 άνθρωποι με τον τρόπο αυτό. Από αυτούς που έμειναν πίσω στο Αϊβαλί πολλοί ληστεύτηκαν και σφαγιάστηκαν στην συνοικία Ταμπακαριά από Τσέτες. Τελικά οι εναπομείναντες Αϊβαλιώτες επιβιβάστηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου σε δύο Ελληνικά πλοία με Αμερικάνικη σημαία. Πίσω έμειναν πολλοί ιερείς και ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, οι οποίοι μαρτύρησαν στις 3 Οκτωβρίου.
Ο Ηλίας Βενέζης στο έργο του « Το Νούμερο 31328», αιχμάλωτος και ο ίδιος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο την φρίκη των ταγμάτων αυτών. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από τον Georges Lecompte, γραμματέα της Γαλλικής Ακαδημίας, «τρομερό κατηγορητήριο για την αποχαλίνωση του κακού που φέρνουν οι πόλεμοι».
« Το σάπιο εμπόρευμα-παιδάκια κι οι γυναίκες- θα μπάρκερναν για την Ελλάδα. Μα οι άνδρες από 18 ίσαμε 45 χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα… Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν από τον Μεγάλο Πόλεμο…χιλιάδες χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκαλα τους… Σα μαζεύονταν 200-300 άνθρωποι, τους στέλναν με συνοδεία για το εσωτερικό…Πρωί πρωί η τρομερή είδηση γέμισε την πόλη: Σφάξαν την πρώτη αποστολή στον κάμπο του Αϊ Γιωργιού!.. Τα βαπόρια σφύριζαν και φεύγαν ολοένα. Ο στρατός άρχιζε να ψάχνει τα σπίτια. Κάμποσοι από τα νιάτα πήραν την απόφαση να μπαρκάρουν κρυφά. Άλλοι ντύνονταν γυναίκες, άλλοι πλήρωναν τους σκοπούς….ήταν καμμιά τριανταριά όλοι γέροντες του Αϊβαλιού. Σε λιγοστούς μοναχά κυμάτιζαν κάτι απομεινάρια από ράσα. Ένα δύο διατηρούσαν ακόμα στραβά, τσαλακωμένα από τα χτυπήματα, τα καλυμμαύκια. Οι άλλοι ήταν ολόγυμνοι, με τις φανέλες και τα σώβρακα».
Από τους Έλληνες του Αξαρίου 7.000 σκοτώθηκαν στα Αμελέ Ταμπουρού. Ο συνολικός αριθμός όσων σκοτώθηκαν σε στρατόπεδα μετά την καταστροφή φτάνει τους 135.000. Γλίτωσαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα μόνο 15.000.
Τα λιμάνια επιβίβασης για τους πρόσφυγες και τον στρατό ήταν αυτά της Προποντίδας (Κίος, Μουδανιά, Πάνορμος, και Κύζικος), το Δίκελι και ο Τσεσμές. Οι Έλληνες από της περιοχή της Προποντίδας και το εσωτερικό ( Δορύλαιον, Εσκί Σεχίρ) , κατευθύνθηκαν προς τα λιμάνια της Προποντίδας. Η Κύζικος εκκενώθηκε με τάξη υπο την καθοδήγηση του Κ.Ταβουλάρη και οι κάτοικοι κατάφεραν να μεταφέρουν και τις περιουσίες τους. Στην Προποντίδα σημαντική ήταν η βοήθεια της Αμερικανίδας jilson, διευθύντριας του Αμερικάνικου Παρθεναγωγείου Προύσας. Αντίθετα κάποιοι Γάλλοι στρατιώτες αφόπλιζαν Έλληνες και τους παρέδιδαν στους Τούρκους. Η ηρωική Ανεξάρτητη Μεραρχία, με διοικητή τον Δ.Θεοτόκη ακολουθούμενη από από Έλληνες της Κιουτάχειας, του Σιμάβ, του Σαλιχλί και του Κίρκαγατς διέσχισε μέσα σε 15 ημέρες 600 χιλιόμετρα με προορισμό την Πέργαμο και το Δίκελι , όπου και επιβιβάστηκε σε πλοία μαζί με περίπου 6.000 Έλληνες και Αρμένιους. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Σμύρνη, στη Μαγνησία, οι Έλληνες κάτοικοι έφυγαν υπό την προστασία του Συνταγματάρχη Φίλλιπου και 250 άλλων στρατιωτών, οι οποίοι και σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους αυτή.
Η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων στην προκυμαία της Σμύρνης, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και η πυρπόληση της Μητρόπολης του Μικρασιατικού Ελληνισμού είναι γεγονότα εντυπωμένα βαθιά στην συλλογική συνείδηση όλων των Ελλήνων. Οι εικόνες της Σμύρνης που καίγεται είναι εικόνες που δεν ξεχνιούνται εύκολα, όχι μόνο από αυτούς που τις έζησαν, αλλά ακόμα και από εμάς που τις είδαμε μόνο σε ντοκιμαντέρ, σε φωτογραφίες ή που τις διαβάσαμε σε ένα από τα πολλά βιβλία για το ’22.
Οι χιλιάδες Έλληνες που έμειναν στα παράλια της Μικράς Ασίας μετά την κατάρρευση του μετώπου, σε περιοχές εκτός από αυτές που ήλεγχε ο Ελληνικός Στρατός, μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες:
Σε αυτούς που υποχρεώθηκαν να «φύγουν» πριν την Συνθήκη της Λωζάνης και σε αυτούς που «έφυγαν» σύμφωνα με τα άρθρα και τις προϋποθέσεις της συνθήκης αυτής. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι Έλληνες της Μάκρης, του Λιβισίου, της Αντιφέλλου, Της Αλάγια, οι οποίοι έφυγαν από τις πατρογονικές εστίες τον Σεπτέμβρη του 1922.
Οι πληθυσμοί αυτοί ανήκουν σε μια ιδιαίτερη περίπτωση: ενώ γεωγραφικά βρίσκονταν εκτός της ζώνης των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, η μοίρα τους σφραγίστηκε από τη γενική κατάρρευση.
Οι πληθυσμοί της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας (Λυκία/Παμφυλία):
- Η προστασία των Ιταλών: Μέχρι το καλοκαίρι του 1922, οι περιοχές αυτές τελούσαν υπό ιταλική επιρροή ή κατοχή. Οι Ιταλοί τηρούσαν μια πιο ήπια στάση, γεγονός που επέτρεψε στους Έλληνες εκεί να παραμείνουν σχετικά ασφαλείς μέχρι τη μεγάλη υποχώρηση.
- Η φυγή του Σεπτεμβρίου 1922: Μετά την ήττα του μετώπου και την αποχώρηση των Ιταλών, οι κάτοικοι του Λιβισίου και της Μάκρης βρέθηκαν εκτεθειμένοι στις δυνάμεις του Κεμάλ. Η φυγή τους ήταν εσπευσμένη και δραματική, καθώς ξεκίνησαν με βάρκες και καΐκια κυρίως προς τα Δωδεκάνησα (που ήταν υπό ιταλική κυριαρχία) και το Καστελλόριζο.
- Υπαγωγή στη Σύμβαση Ανταλλαγής: Η Σύμβαση της Λωζάνης είχε αναδρομική ισχύ για όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους από τις 18 Οκτωβρίου 1912 και μετά. Έτσι, δεν τους επιτράπηκε ποτέ η επιστροφή και οι περιουσίες τους καταγράφηκαν ως «ανταλλάξιμες».
Το Λιβίσι, μάλιστα, παραμένει μέχρι σήμερα μια «πόλη-φάντασμα» (Kayaköy), αποτελώντας ένα από τα πιο ισχυρά μνημεία αυτής της βίαιης αποκοπής.
Η Ανταλλαγή των πληθυσμών ,μέτρο που ουδέποτε ξαναεφαρμόστηκε και καταδικάστηκε ήδη πριν εφαρμοστεί, βασίστηκε σε λόγους που ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέθεσε στον Ύπατο Αρμοστή της Κοινωνίας των Εθνών Δανό Nansen:
α) το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού την Μ.Ασίας και της Θράκης είχε ήδη εγκαταλείψει τις εστίες του,
β) η Κεμαλική κυβέρνηση είχε ήδη δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν θα ανέχονταν την παραμονή του Ελληνικού στοιχείου στην Τουρκική επικράτεια.
γ) η αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων από την Ελλάδα θα διευκόλυνε την αποκατάσταση των προσφύγων,
δ) η εγκατάσταση των προσφύγων κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη θα εξασφάλιζε τη δημογραφική ομοιογένεια.
Οι αντιδράσεις των αντιπροσώπων της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποχρεωτική ανταλλαγή διατυπώθηκαν στην Λωζάνη, αλλά ήταν χωρίς αντίκρισμα, αφού καμία χώρα δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφαλή επιστροφή των ήδη εκδιωχθέντων προσφύγων και την ασφάλεια τους μετά την εγκατάσταση. Όλα αυτά πολύ λίγο ένοιαζαν τους εναπομείναντες Έλληνες των παραλίων και της Μικράς Ασίας. Η γενιά της «Εξόδου» έμεινε με την πικρή αίσθηση ότι περιφρονήθηκε ως σύνολο ανθρώπινων υπάρξεων με βούληση και αξιοπρέπεια, ότι τα διεθνή και κρατικά κέντρα αποφάσεων προσδιόρισαν την τύχη τους ερήμην αυτών.
Οι Έλληνες κάτοικοι πληροφορήθηκαν τα νέα για την Συνθήκη της Λωζάνης και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών από ανακοινώσεις που θυροκολλήθηκαν σε ναούς και κεντρικά σημεία των χωριών τους. Η συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα συνθήκης που προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Είχαν ήδη προηγηθεί ανταλλαγές πληθυσμών (μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, συνθήκη του Νεϊγύ, 27 Νοεμβρίου 1919), αλλά σε εθελοντική βάση. Αυτή την φορά έπρεπε να φύγουν από τα σπίτια τους οι χριστιανοί ορθόδοξοι από την Τουρκία και οι Μουσουλμάνοι από την Ελλάδα, αφού μοναδικό κριτήριο ήταν το θρήσκευμα. Εξαίρεση στην συνθήκη ήταν οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι χριστιανοί της Ίμβρου, της Τενέδου και της Κωνσταντινούπολης. Σκοπός της ανταλλαγής ήταν η δημιουργία «καθαρών» κρατών.
Μέσα στα ελάχιστα που κατάφεραν να μεταφέρουν οι Έλληνες των παραλίων κατά την έξοδο είναι και τα λεγόμενα «κειμήλια», δηλαδή τα ιερά σκεύη των Ναών και οι εικόνες. Από το πλήθος των κειμηλίων που έκρυψαν οι πρόσφυγες στον κόρφο τους ( «Μέσα στα στήθη μου είχα κρύψει μια εικόνα του σπιτιού», μαρτυρία της Αντωνίας Χατζηστεφάνου από τα Μούγλα) ξεχωρίζουν η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας «η Επίσκεψις» του 13ου αιώνα, έργο Κωνσταντινοπολίτικου εργαστηρίου, από την Τρίγλεια της Βιθυνίας, η Παναγία η Ελεούσα, του 15ου αιώνα, από την Κούταλη της Προποντίδας, ο σταυρός με συρματερή διακόσμηση από την Εφεσο, η λειψανοθήκη του νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη από το Αϊβαλί. Σημαντικός αριθμός εικόνων και ιερών σκευών έχει καταγραφεί στην Χαλκιδική, που καλύπτουν χρονολογικά την περίοδο από τον 12ο αιώνα ως και τον 20ο. Δύο από τις εικόνες αυτές του 14ου και 15ου αιώνα («Άγιος Νικόλαος» και «Χριστός ένθρονος») προέρχονται από το Μάλτεπε της Προποντίδας και μια αμφιπρόσωπη του 14ου αιώνα από τον Πύργο της Προποντίδας («Παναγία του Πύργου» και «Σταύρωση»).
Όπως είναι πλέον αποδεκτό από όλους, αυτός ο ξεριζωμός των χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές αξίες υπήρξε μια από τις τραγικότερες σελίδες ολόκληρης της Ελληνικής ιστορίας. Η τραγικότερη μήπως;
Σύμφωνα με τον Ε.Βενιζέλο:
«Η καταστροφή εξεταστέον αν δεν είναι η μεγαλυτέρα και από την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως το έθνος έμεινε εις τας εστίας του…υποταγμένον και δούλον, αλλά έμεινε συνεχίζον την ζωήν του, δεν έπαθεν την συμφοράν την οποίαν έπαθεν σήμερον»
Κείμενα αντλήθηκαν από το ένθετο: Χαμένες πατρίδες, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, μνήμες Ελλήνων-Πέτρος Στ.Μεχτίδης (ΤΑ ΝΕΑ/ α’ ΈΚΔΟΣΗ 2006. Τροία εκδοτική εμπορική).




